© 2019 by HealingIsAPerformance.

Imprint
Terms & Conditions

If I was a poet.

1#

If I was a poet, I would only wear high heels during the nigh, after midnight. Not a woman but a man. Aman.

I walk over the hills with my high heels.

The puppet’s strings were so tangled with the branches that it took me one and a half an hour to un-tangled them. I had to chop the tree’s limb, yet I held the bare skin branch. Time has passed.

I sat down staring at her red-the puppet’s red- colour with pride. As if I had just liberated a jailbird.

I was never thanked for, but I also never asked for it. I was compelled to realise her from the bondage. I profoundly knew it.

I came up with excuses, so we could rest, although I was actually aiming for a retrospection to a moment in my past without any strings. I pent every single thought I had in order to force my memory on that-a past without any strings. And I made it. Seesaw-ing between relief and misery. But I made it.

Along with my red fellowship I was confronted.

“We are about to leave”, I said.

It wasn't a good idea to test her out at the dance leafage.

I asked for her forgiveness and we played down on the prairy. Far away from the trees.

The wet night didn't harm her wooden matter and this is still a question for me.

 

 

 

2#

One day I will travel a fear.

She was careful to avoid meeting anyone.

She natural loved solitary places, vast views and to feel herself for ever and ever and ever alone.

So, after a long silence “I am alone”, she breathed at last opening her lips for the first time in this record.

She -for there could be no doubt of her sex though the fashion of the time did something to disguise it- she was in the act of slicing at a head. It had the colour of an old football and more and less the shape of one.

Her fathers had ridden in fields of asphodels and stony fields and fields watered by strange rivers and they had cut many heads, of many colours, of many shoulders.

So too would she, she vowed.

But she has already twice fallen from her horse..

But since she was too young to die..

“I will travel a fear” she said.

She walked quickly, very quickly uphill to a place crowed by an old cedar tree.

It was high, so high indeed!

“I am alone”, she breathed at last.

Time has passed..

The poets sand beautifully, how roses fade and the petals fall.

“The moment is brief”, they sang.

The moment is over.

One long night is then to be slept by all.

She took out a writing book. Soon she head covered more than ten pages and more, with poetry.

She fluent but she was abstract.

Green in nature is one thing.

Green in poetry another.

One day I will travel a fear.

 

3#

Αυτά. Τα 34 γενέθλια σου.

 

Μάρτιος του 2006. Ήλιος πολύς, με ενοχλούσε, με τύφλωνε στα μάτια. Μιλούσα με δυο τρεις κάτω από ένα δέντρο. Βραχάτι. Σε ένα απροσδιόριστο τοπίο. Κάτι ανάμεσα σε χωράφι με ελιές και υπόσχεση για παραλία πιο κάτω, αλλά έκανε κρύο, δεν θυμάμαι τη θάλασσα. Φοράω ένα μωβ φουστάνι, έχω γκέτες στα χέρια και κόκκινο μολύβι στα μάτια, είμαι πολύ ενθουσιασμένη με τη μάζωξη, εν όψει καριέρας βλέπεις..

Σε κοιτάω. Σε άλλη παρέα. Μιλάς με δυο τρεις. Είσαι ψηλός και όμορφος. Αρκετοί λόγοι για να σε προσέξω. Η ενεργή φαντασία μου σε κάνει αυτοστιγμής γόνο του Ρενουάρ, ξάδερφο του Μυταρά και καταραμένο εξώγαμο του Γκόγια. Αρκετοί λόγοι για να σε πλησιάσω.

Συστήνομαι. Πολύ σοβαρά. Αλλά με χαμόγελο. Όπως αρμόζει σε ένα ιδρυτικό μέλος μιας “Πανελλήνιας Ένωσης”. Και είναι τότε που ακούω τη φωνή σου. Αλλάζεις τώρα. Ποιος λαός μιλά στρογγυλεύοντας τόσο τις λέξεις, κάνοντας τες κουβάρι; Α, μα βέβαια! Το μυαλό μου συγκεντρώνεται. Γίνεσαι πότης κάπου στη Β. Ντακότα. Δεν ξέρω πως είναι εκεί. Μα αυτό σκέφτηκα. Ήρεμος πότης όμως. Από αυτούς που τα πίνουν και φιλοσοφούνε με κέφι, όχι κακομούτσουνοι. Λένε δηλαδή και καμιά μαλακία ανάμεσα. Είσαι εργένης από πεποίθηση, αλλά τελευταία το ξανασκέφτεσαι.

Ξεπερνάω τη Β. Ντακότα. 

Έχουμε πιάσει κουβέντα. Τι λέμε δεν θυμάμαι. Το μόνο που σκέφτομαι είναι ότι μου είσαι συμπαθής. Ένας συμπαθής άνθρωπος. 

 

Αθήνα. Μετά από μερικούς μήνες. Ζούμε κάτω από την ίδια στέγη. Την ημέρα της μετακόμισης έβγαζες ζώα από τις κούτες σου. Ζωντανά. Σωστός Σουμέριος. 

Μετά έγινες gay. Η ευτυχία μου ανεπανάληπτη με την ευτυχία σου. Μπήκες σε ένα κτελ τρομαγμένος απ’ τη γνώση. Ώριμος τώρα να αποφασίσεις. Θα σε έβρισκε ο Μεφιστοφελής. Και στο κτελ. Ήσουν αχτένιστος, φορούσες άσπρο φανελάκι και τζιν σκισμένο μέχρι το γόνατο. Ήταν Αύγουστος. Προσπαθούσες να καταλάβεις. Πάλι. Να κατανοήσεις. Να γνωρίσεις. Αν μπορούσες να κλάψεις θα έκλαιγες. Για ανακούφιση. Μπροστά μας. 

Μετά κατάλαβες και ακόμα καταλαβαίνεις.

 

Ποιος είσαι; Και από που έρχεσαι;

Η Γερμανία σε ωρίμασε. Σε έκανε λίγο πιο σοφό στην προσπάθεια σου να τη μισήσεις όσο περισσότερο μπορείς. 

Οι χρυσές εποχές της μαστούρας πάνω σε ένα ποδήλατο σε βρήκαν ονειροπόλο και βασιλιά..

..μέχρι το πρωινό που έκλαψες για αυτό το μεγάλο “γιατί” που απάντηση δεν έχει στα εγκόσμια. Και έγινες πολεμιστής. 

Άλλαξες τα μαλλιά σου φορές τόσες, για να να αφήσεις χοές σε μια ψυχή που ψάχνει δρόμο και διαλέγει τα σοκάκια. 

Στρίβεις σε όλες τις γωνιές με κόκκινα τακούνια δωδεκάποντα. Με βήμα σταθερό, καλά εκπαιδευμένος. Πάντα με τις καραμέλες σου στη τσέπη. 

Όποιος κι αν είσαι. Ξέρεις. 

Ποιος θα μπορούσες όμως να είσαι? 

 

Αλλά για να ξαναγυρίσουμε σε μένα, απόγονε του Ρενουάρ, ξάδερφε του Μυταρά, καταραμένο εξώγαμο του Γκόγια, πότη στη Β.Ντακότα, Σουμέριε, πολεμιστή…Φίλε μου. Οι ευχές μου για τα 34 γενέθλια σου ξεπερνούν το όριο του γραπτού λόγου. Σ’ αγαπώ. Μέχρι θανάτου.

4#

Τα γενέθλια.

Με δύο τρόπους μπορείς να ζήσεις αυτή τη μέρα, αν έχεις περάσει τα 30.

1. Σαν ποίημα ή 2. Σαν άσκηση μαθηματικών-πιθανοτήτες.

Περί τις εφτά πρώτες ώρες παρέπαια ανάμεσα στα δύο. Βάσανο.

Αργότερα, κατά τις απογευματινές ώρες, ήρθε στο μυαλό σαλονικιώτικο τσιτάτο καρδιακής φίλης: “Δεν μεγαλώνουμε ποτέ”. Μου το έγραψε inbox τις προάλλες όταν της ευχήθηκα για τα δικά της γενέθλια. Μου το έστειλε μαζί με μερικές φωτογραφίες-στιγμιότυπα από την βόλτα της στο Βαρανάσι, κάπου στην Ινδία.

Τον συνειρμό αυτής της σκέψης ακολούθησαν κουβέντες παλιού αγαπημένου συμφοιτητή: “Δεν είμαστε μεγάλοι. Είμαστε ώριμοι έφηβοι”.

Υδροχόοι και οι δυο τους. Και η καρδιακή φίλη και ο παλιός αγαπημένος συμφοιτητής.

Δηλώνοντας λοιπόν πεισματική και αιώνια πίστη στη φυλή μου -ορίτζιναλ Υδροχόος και η αφεντιά μου, ανεβάζω κουλ χαμογελαστή σέλφι για να σας ευχαριστήσω όλους για τις ευχές.

Διάλεξα. Η ποίηση θα μας σώσει.

5#

Χόρευαν οι πρόγονοι μου το Διόνυσο απ΄την κούνια ακόμα. Θεράπευαν έτσι τα “πονίδια”, αυτά του σώματος και της ψυχής μαζί. Πιάναν τα όργανα και στις αυλές φτιάχνανε πανηγύρια. Μια θεία Βούλα στο μικρόφωνο μιλούσε για κάποια δώδεκα Ευζωνάκια που τ’αποφασίσανε στον πόλεμο να πάνε να πολεμήσουνε και ένας θείος Τάσος να σέρνει το χορό της Γκάιντας με άσπρο μαντήλι στο χέρι. Και ήταν λες και εκείνη την ώρα, σαν όλου του κόσμου η ελπίδα σε κείνο το άσπρο μαντήλι να κρεμάστηκε. Έβλεπες τότε μέσα στην “αμορφωσιά” ενός χωριού, να χτυπάει τα βήματά του στο χώμα και ένας Αριστοτέλης, -να δίνει ξανά τον ορισμό της ~κάθαρσις~.
Έτσι έμαθα και εγώ να γιορτάζω.
Και εκείνος ο χορός της Γκάιντας, ακόμα τελειωμό δεν έχει.

 

6#

Ο μαγικός κόσμος του “You Just Do Stuff”.

Ο καταρράκτης είναι το πιο αγαπητό μου απ’ όλα τα φυσικά φαινόμενα. Σε μια από τις επόμενες ζωές μου, σκέφτομαι να επιστρέψω σαν καταρράκτης. Είναι αυτή η φυσική δημιουργία που είναι απόλυτα ρυθμική και μεταβαλλόμενη. Αυτή η φυσική δημιουργία με την οποία η ψυχικές μου διακυμάνσεις μπορούν τέλεια να ταυτιστούν. Αυτό μου λέει κάθε καταρράκτης. Αυτό θέλω και εγώ να ακούω από τους καταρράκτες. Έτσι παρηγοριέμαι. Είναι η ώρα του “You Just Do Stuff”. Αυτή η ώρα που συμφιλιώνομαι με την αμυγδάλα μου και αυτή συνεργάζεται μαζί μου. Η πρόσληψη των δεδομένων απλοποιείται: Γκρεμός, βράχια, ατύχημα, θάνατος, σχοινί, εμπιστοσύνη, σώμα, πράξεις, νερό, κολύμπι. End of story.

Η αμυγδάλα μου ηρεμεί. Θαυμάζει και ενθουσιάζεται. Γίνονται ξανά όλα πιθανά.

7#

Ο κόσμος δίπλα στο κομοδίνο.- ένα γράμμα*μια βιογραφία

Αντί προλόγου

Αυτό το κείμενο επιθυμεί να αποτελέσει μια βιογραφία. Η πραγματικότητα του είναι απόλυτα φανταστική, τα πρόσωπα της όμως είναι απόλυτα ζωντανά μέχρι σήμερα. Ζουν, εργάζονται και ονειρεύονται ακόμα. Αν αγαπάνε αυτό δεν το ξέρω, το εύχομαι όμως.

……..

Σε εκείνη τη χειραψία γνωριμίας δημιουργήθηκε το σχήμα του σταυρού. Πρώτη ασυνεννοησία. Τέσσερα δεξιά χέρια, δύο τα δικά τους και δύο κάποιων άλλων, που τύχαινε να βρεθούν και εκείνοι εκεί. Αυτοί οι άλλοι όμως σημασία δεν έδωσαν. Εκείνη μόνο έκανε ένα αστείο για την εικόνα του σταυρού. Είδε ένα μέλλον να έρχεται την ώρα που με την πρώτη ματιά αναγνώρισης μπήκε στο κεφάλι του. Ένα κεφάλι καλά οχυρωμένο, έτοιμο για πολέμο γιατί έτσι είχε συνηθίσει. Ένα κεφάλι που εκατομμύρια κομήτες έψαχναν έξοδο και οι λίμνες του ήταν στεγνωμένες.

 

O εθισμός, η τιμωρία, ο φόβος.. βέβαια.. αυτός ο φόβος.. που τον έκανε απ’ τη μια να τραγουδάει σαν να του ανήκει ο κόσμος όλος και απ΄ την άλλη να σταυρώνει τα χέρια σε μια μόνιμη κατάσταση άμυνας.